

Η Εκτίμηση της Ένταξης της Οπτικής του Φύλου στην Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση της Κύπρου
Τα τελευταία χρόνια, και στο πλαίσιο των Γυναικείων Σπουδών, έχει καταδειχθεί πως η κατασκευασμένη ήδη από την οικογένεια έμφυλη πολιτιστική διαφορά μεταφέρεται σ’ ένα χώρο προνομιούχο για την ενίσχυση και διεύρυνσή της, με τρόπους και μεθόδους αντίστοιχες με αυτές της οικογένειας: τον χώρο του σχολείου.
Ο θεσμός του σχολείου αποτελεί το σημαντικότερο κανάλι μεταφοράς των απεικονίσεων, των στερεοτύπων και των αξιών (μαζί πάντα με την οικογένεια, αλλά και τα ΜΜΕ). Παράγοντες όπως οι πολιτικές που αφορούν στην εκπαίδευση γενικότερα, το περιεχόμενο του προγράμματος σπουδών σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των σχολικών εγχειριδίων και την εικονογράφησή τους, το περίφημο «κρυφό» αναλυτικό πρόγραμμα, τα παιχνίδια και τα αθύρματα, οι στάσεις, οι προσδοκίες οι συμπεριφορές, των εκπαιδευτικών, ανδρών και γυναικών, ο λόγος που οι εκπαιδευτικοί αρθρώνουν (και στον οποίο λόγο το αρσενικό υποκαθιστά και τα δύο φύλα, κάνοντας το θηλυκό γένος αόρατο), οι παρεμβάσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος του σχολείου (σύλλογοι γονέων, Τ.Α. εκκλησία κ.λπ.), συντελούν αποφασιστικά στη διατήρηση των παραδοσιακών ρόλων και συμπεριφορών και στην «εσωτερίκευσή» τους από τους μαθητές και τις μαθήτριες.
Όπως επισημαίνει η Lynne Chisholm «το σχολείο εξακολουθεί να παίζει ένα σημαντικό ρόλο στις διαδικασίες αναπαραγωγής της ανισότητας ανάμεσα στα φύλα. Και το κάνει αυτό όχι από μόνο του, αλλά σε συνδυασμό με τους ρόλους που διαδραματίζουν η οικογένεια και όλο το πολιτισμικό και οικονομικό πλαίσιο της κοινότητας. Το σχολείο είναι ο πιο σημαντικός από τους χώρους που λαμβάνουν αποφάσεις, γιατί επηρεάζει τις μελλοντικές ευκαιρίες και προοπτικές και είναι, ταυτόχρονα, πρωταρχικό κοινωνικοποιητικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αποκτώνται εμπειρίες που διαμορφώνουν την αυτοαντίληψη». Η ίδια η οργάνωση και η δομή της σχολικής τάξης, η περιρέουσα ατμόσφαιρά της, τα λεκτικά και μη λεκτικά μηνύματα που παράγονται στο πλαίσιό της, ισχυροποιούν τις υφιστάμενες διακρίσεις και «νομιμοποιούνται» από ένα σύνολο μύθων, με πιο γνωστόν αυτόν της «φυσικής» αδυναμίας των κοριτσιών στην ενασχόληση με τα μαθηματικά και τις θετικές επιστήμες ευρύτερα σε σχέση με τα αγόρια
Η εισαγωγή του φύλου ως αναλυτικής κατηγορίας, ωστόσο, διεύρυνε τους ερευνητικούς ορίζοντες και επέτρεψε να διαγνωσθούν οι έμφυλες προκαταλήψεις και αποκλεισμοί όχι μόνο στις κοινωνικές ανθρωπιστικές επιστήμες όπου ήταν και ευκολότερο να εντοπισθούν, αλλά και στις «αντικειμενικές», «ουδέτερες» ως προς το Φύλο θετικές επιστήμες
Ύστερα από τα προαναφερόμενα γίνεται προφανές το γιατί το αίτημα μιας μη-σεξιστικής αγωγής των παιδιών, μιας σύγχρονης φεμινιστικής παιδαγωγικής έχει ήδη τεθεί από την φεμινιστική σκέψη και επιστήμη. Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για μιαν απλή υπόθεση αυτόματης αλλαγής νοοτροπιών και βαθιά ριζωμένων αντιλήψεων. Πρόκειται, αντίθετα, για μια πορεία αυτογνωσίας και αλλαγής, που επιβάλλει διεργασίες, ατομικές και συλλογικές, και απαιτεί σύνθετες στρατηγικές και ποικίλες προσεγγίσεις. Στο δρόμο της συναντά και τη διαπολιτισμική αγωγή και κατά κανόνα συμπορεύονται.
Προϋποθέτει νέες γνώσεις και υψηλό βαθμό έμφυτης ευαισθητοποίησης εκπαιδευτικών και επαναπροσδιορισμό στάσεων και πρακτικών Αγωγής εκ μέρους τους. Προϋποθέτει ακόμα βαθιές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα (όπως στην περίπτωσή μας συγγραφή νέων μη-σεξιστικών Αναλυτικών Προγραμμάτων και σχολικών εγχειριδίων), κατάστρωση και υλοποίηση προγραμμάτων κατεύθυνσης των παιδιών σε δραστηριότητες που παραδοσιακά ανήκουν στο αντίθετο φύλο αλλά και προγραμμάτων ευαισθητοποίησης εκπαιδευτικών. Ακόμα προϋποθέτει την εισαγωγή ενός ολοκληρωμένου συστήματος σπουδών του Φύλου (gender studies) στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σε όλες τις σχολές και τα τμήματά της.
Προϋποθέτει την ενίσχυση του θεσμού των σχολών γονέων και της οικογενειακής συμβουλευτικής και ενδυνάμωσης γενικότερα. Προϋποθέτει την ανάπτυξη ενός νέου λόγου για τα φύλα κυρίως ενός δημόσιου εκπαιδευτικού λόγου. Προϋποθέτει, τέλος, και συνεπάγεται τη σύνδεση της οικογένειας και του σχολείου με τη δημοκρατία, διαμορφώνοντας από την πιο τρυφερή ηλικία του/της συνειδητό/ή πολίτη/ιδα του αύριο. Από τα ανωτέρω γίνεται προφανές γιατί το Παρατηρητήριο Ισότητας Κύπρου χαιρέτησε εξαρχής ως καινοτόμα και πρωτοποριακή, σε ευρωπαϊκό μάλιστα επίπεδο, την απόφαση του Υπουργείου Παιδείας της Κυπριακής Δημοκρατίας να εντάξει την οπτική του Φύλου (όπως και του Πολιτισμού άλλωστε) στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που σχεδίασε και υλοποίησε.
Υπήρξαμε αρωγοί στην προσπάθειά του αυτή από την πρώτη στιγμή και είμαστε ιδιαίτερα ευτυχείς που το συγκεκριμένο εγχείρημα ανέλαβε και έφερε εις πέρας, μαζί με την καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου κ. Δήμητρα Κογγίδου, η πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής του ΠΙΚ κ. Μαρία Γκασούκα, επίκουρη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Και υπήρξαμε αρωγοί γιατί συμμεριζόμαστε την αντίληψη που υιοθέτησε το Υπουργείο και η οποία εμμένει στο δικαίωμα στην εκπαίδευση που λαμβάνει υπόψη της, εκτός των άλλων, την ισότητα των φύλων και των ευκαιριών, που μπορεί να συμβάλλει στην άρση των διακρίσεων που συνδέονται με τα φύλα και στην αντιμετώπιση "βαθιά ριζωμένων» ανισοτήτων. Οι ανισότητες αυτές καταδικάζουν εκατομμύρια παιδιά, κυρίως κορίτσια, σε μια ζωή σε μια ζωή χαμένων ευκαιριών.
Για μας στο Παρατηρητήριο Ισότητας Κύπρου μια εκπαίδευση της έμφυλης ισότητας συνεπάγεται όχι μόνον υψηλή αξιολόγηση των κοριτσιών, αλλά και βελτίωση των αγοριών, καθώς θα συνειδητοποιήσουν τα κοινωνικά πλεονεκτήματα που θα προκύψουν από την αναγνώριση και αποδοχή των δυνατοτήτων και της προσφοράς των κοριτσιών και των γυναικών. Το γεγονός συμβάλλει επίσης στο να βοηθηθούν τα αγόρια να ξεφύγουν από την πίεση που αισθάνονται από την υποχρέωση συμμόρφωσής τους με τους παραδοσιακούς ρόλους, συμπεριφορές και νοοτροπίες. Τελικά, είναι βέβαιο πως, σε σημαντικό βαθμό, η εκπαίδευση που λαμβάνει υπόψη της τις έμφυλες ιεραρχίες και διαφορές, που επιδιώκει την ισόρροπη παρουσία ανδρών και γυναικών σε κάθε τομέα της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας της ζωής, αποτελεί ισχυρό όπλο εξάλειψης της κατά φύλα διαίρεσης της κοινωνίας και του πλέγματος των μύθων και των ιδεολογημάτων που τη συνοδεύουν, με τις γνωστές διαχρονικές καταστρεπτικές συνέπειες σε κοινωνικό, πολιτισμικό και οικονομικό επίπεδο.
Στο πλαίσιό της ο/η νέου τύπου εκπαιδευτικός απαιτείται να διαθέτει το σύνολο των συμπεριφορών και των γνώσεων που του/ης επιτρέπει να αναγνωρίζει την ανισότητα στις εκπαιδευτικές ευκαιρίες, να προχωρά σε συγκεκριμένες παρεμβάσεις που να εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση των μαθητριών και των μαθητών που θα οδηγεί σε ίσα εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Ταυτόχρονα, όμως θα διεκδικεί την ισότητα μεταξύ των φύλων στην επαγγελματική του/της πυραμίδα, στα διοικητικά και εκπαιδευτικά κέντρα λήψης αποφάσεων και στους συνδικαλιστικούς του/ης φορείς.
Συγχαίρουμε το Υπουργείο Παιδείας για το θάρρος του να προχωρήσει σε μια τέτοια συνολική ενέργεια την πρώτη σε ευρωπαϊκό επίπεδο, συγχαίρουμε τις δύο σημαντικές ακαδημαϊκούς για τη δουλειά τους, επιτρέψτε μας όμως να συγχαρούμε θερμά έναν άνδρα με καταλυτικό νομίζουμε ρόλο στη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης τον καθηγητή Γιώργο Τσιάκαλο, γνωστό για την ευαισθησία του στα θέματα πάσης φύσεως διακρίσεων, που μαζί με τον τ. Υπουργό κ. Ανδρέου απέδειξαν με τη στάση και τις αποφάσεις τους πως τα θέματα ισότητας των φύλων αφορούν εξίσου άνδρες και γυναίκες!